εύφημος

εύφημος
ος , ον хвалебный, похвальный, лестный;

εύφημος μνεία — лестное упоминание (чьих-л. произведений, заслуг и т. п.)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "εύφημος" в других словарях:

  • Εὔφημος — uttering sounds of good omen masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔφημος — uttering sounds of good omen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύφημος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήρωας της Αργοναυτικής εκστρατείας και της Μητιονίκης. Άλλες παραδόσεις τον εμφανίζουν ως κάτοικο του Ταινάρου, όπου ο πατέρας του είχε ιερό, και ως σύζυγο της Λαονόμης, κόρης του Αμφιτρίωνα και της Αλκμήνης. Σύμφωνα με τον… …   Dictionary of Greek

  • εύφημος — η, ο αυτός που εκφράζεται με καλά λόγια, ο κολακευτικός, ο εγκωμιαστικός: Απονεμήθηκε στον υπάλληλο εύφημη μνεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐφημότερον — εὔφημος uttering sounds of good omen adverbial comp εὔφημος uttering sounds of good omen masc acc comp sg εὔφημος uttering sounds of good omen neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφημοτάτων — εὔφημος uttering sounds of good omen fem gen superl pl εὔφημος uttering sounds of good omen masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφημοτέρων — εὔφημος uttering sounds of good omen fem gen comp pl εὔφημος uttering sounds of good omen masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφημότατα — εὔφημος uttering sounds of good omen adverbial superl εὔφημος uttering sounds of good omen neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφημότατον — εὔφημος uttering sounds of good omen masc acc superl sg εὔφημος uttering sounds of good omen neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφήμως — εὔφημος uttering sounds of good omen adverbial εὔφημος uttering sounds of good omen masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔφημον — εὔφημος uttering sounds of good omen masc/fem acc sg εὔφημος uttering sounds of good omen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»